Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΦΤΑΝΩ ΣΤΟ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΠΑΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ.


από την αναγνώστρια Χαρά-Μαρία Παυλιδάκη
  
Φτάνω στο ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ και κατευθύνομαι προς το μετρό με σκοπό να πάω Ηλιούπολη. Η ατμόσφαιρα στο αεροδρόμιο είναι πολύ διαφορετική από κάθε άλλη φορά, και σίγουρα μου προμηνύει την κατάσταση που επικρατεί στη πόλη.
Μόλις βγαίνω στις αποβάθρες, βλέπω μια μεγάλη ομάδα -υποθέτω- Σύριων που με ρωτούν πληροφορίες για την Αθήνα. Φαίνονται ταλαιπωρημένοι και ανήσυχοι για το πού βρίσκονται και πού πρέπει να κατευθυνθούν. Είμαι το ίδιο (σχεδόν) ανίδεη για την πρωτεύουσα όσο και αυτοί, όποτε δεν μπορώ να τους φανώ χρήσιμη... Σταμπάρω μια άδεια θέση και πάω να κάτσω. Δίπλα μου κάθεται ένα παιδί, γύρω στα 25. Αυτός φαίνεται «καλοβαλμένος» , κάπως καλοντυμένος, κρατάει ένα ακριβό κινητό, αλλά τα χέρια του είναι γεμάτα πληγές. Μου κάνει εντύπωση πώς γίνεται ένα τέτοιο παιδί να έχει τόσο εμφανή σημάδια κακουχίας πάνω του, αλλά προσπαθώ να δείχνω φυσιολογική.
Ξαφνικά με ρωτάει στα αγγλικά πώς μπορεί να πάει στο Μοναστηράκι. Δυσκολεύομαι αρχικά να καταλάβω λόγω προφοράς, πού θέλει να πάει. Του απαντώ ότι θα του δείξω στο σχήμα εντός του συρμού, την διαδρομή που θα ακολουθήσει για να φτάσει.
Μόλις φτάνει το μετρό του εξηγώ στο σχήμα πού είναι το Μοναστηράκι και κατόπιν καθόμαστε μαζί. Τον ρωτάω από πού είναι, μου απαντάει: «from Syria».
Πιάσαμε την κουβέντα και βρίσκω την ευκαιρία να τον ρωτήσω για τα σημάδια. Ο Khaled- έτσι ήταν το όνομα του- έφτασε με μια από τις βάρκες της ελπίδας από την Τουρκία και μάλιστα πλήρωσε αδρά γι’ αυτό. Η βάρκα τους γέμισε νερά και βυθίστηκε κοντά σε βραχώδη τοποθεσία. Ο Khaled ήταν από αυτούς που τα κατάφεραν. Πάλεψε με τα κύματα, και συγκρούστηκε με τα βράχια για να βγει στην πολυπόθητη στεριά. Εξ ου και τα κοψίματα στα χέρια του. Δεν φαινόταν να το νοιάζουν καθόλου.
Ο Khaled είναι φυσικός και στην Συρία εργαζόταν ως βοηθός καθηγητή σε κάποιο πανεπιστήμιο. Στο ναυάγιο έχασε όλα του τα υπάρχοντα, τα ρούχα του, κάποια επίσημα χαρτιά, χρήματα και το πτυχίο του. Μόνο αυτό τον πόνεσε και το έβλεπες στα μάτια του. «Το πτυχίο μου βυθίστηκε μαζί με την βάρκα» μου λέει σε σπαστά αγγλικά - αλλά εμφανώς καλυτέρα από τα δικά μου- και χαμήλωσε αμέσως το βλέμμα. Σκόπευε μόλις φτάσει σε κάποια χώρα υποδοχής να ζητήσει επανέκδοση, διότι ήθελε να βρει κάποια δουλεία στο επάγγελμα του ή να κάνει κάποιο μεταπτυχιακό σε ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο. Προσπάθησα να του ανεβάσω το ηθικό λέγοντας του ότι ήταν τυχερός που επιβίωσε χάνοντας μόνο τα πράγματά του ( τι ειρωνεία!). Άλλοι, στην ίδια βάρκα έχασαν την ζωή τους. Μέσα μου όμως ένιωθα το ίδιο θυμωμένη και απογοητευμένη με τον Khaled γι’ αυτό που συνέβαινε σε αυτούς τους ανθρώπους....
Παρατήρησα ότι κρατούσε ένα μικρό σακίδιο. Όχι δεν ήταν ότι του είχε απομείνει. Γιατί δεν του είχε απομείνει τίποτα. Ήταν ρούχα που του έδωσε μια οικογένεια στην Χίο, για την οποία μου μίλησε με τα καλυτέρα λόγια και ένιωθε τεράστια ευγνωμοσύνη.
Τον ρώτησα για την κατάσταση που επικρατούσε στην Συρία. Μου απάντησε ότι την σφυροκοπούσαν μέρα-νύχτα. Κάποια στιγμή, μπαίνει στον συρμό μια ηλικιωμένη γυναικά. O Khaled είναι ο μόνος που σηκώνεται για να καθίσει. Έχει περάσει πόλεμο. Κι όμως είναι ο μόνος που σηκώνεται. Ήρθε η ώρα να κατέβω και τον αποχαιρετάω. Του εύχομαι καλή τύχη. Μου λέει άλλο ένα ευχαριστώ. Δεν ξέρω πόσες φορές με ευχαρίστησε εκείνη τη μέρα επειδή απλά του υπέδειξα πού πρέπει να κατέβει. Τα μάτια του και πάλι, γεμάτα ευγνωμοσύνη.
Ο Khaled απ όσο ξέρω είναι αυτή τη στιγμή στην Νορβηγία, εκεί όπου ήθελε εξ αρχής να φτάσει.

Και εσύ, αδελφέ Έλληνα ρωτάς: Γιατί σε εμάς; Δεν είναι ήδη οδυνηρή η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα, χωρίς το προσφυγικό κύμα; Το παιδί σου είναι άνεργο, ο μισθός σου κουτσουρεμένος, η σύνταξη σου κάθε φορά και λιγότερη. Tί φταίμε εμείς; θα πεις. Γιατί εδώ και όχι άλλου; Γιατί στην γειτονιά μου και όχι παρά πέρα; Γιατί στο νησί μας και όχι σε κάποιο άλλο;
Γιατί αυτή είναι η μοίρα της Ελλάδας. Να βρεθεί στην δυσχερέστερη στιγμή της, μπροστά στο δρόμο αυτών των ανθρώπων που ζουν το προσωπικό τους δράμα. Πώς θα τους πεις να μην έρθουν; Να μην ονειρευτούν; Να μην ζήσουν;
Αδελφέ Έλληνα, μπορεί να περνάς δύσκολα, να έχεις ευτελιστεί, να ζεις στην ανέχεια όλα αυτά τα χρόνια…
Αλλά δεν ζεις σε πόλεις-φαντάσματα και δεν κοιμάσαι, ούτε ξυπνάς με τον ήχο των κροτίδων στα αυτιά σου...
Αυτοί οι άνθρωποι επέζησαν από τις ρουκέτες των τζιχαντιστών, τις βόμβες των ρώσων, τα κοφτερά βράχια των όμορφων νησιών μας. Και ονειρεύονται ακόμα.
Αυτά τα παιδιά σώθηκαν από ρουκέτες που έπεσαν στο σχολείο τους και έπαιξαν διπλά σε πτώματα ή στα χαλάσματα του σπιτιού τους. Έχασαν τον δάσκαλο τους σε κάποιο βομβαρδισμό και τον γονιό τους σε αδέσποτα πυρά.
Άλλα έρχονται ασυνόδευτα. Άλλα περπατάνε με τις οικογένειες τους επί μέρες και μην αντέχοντας πια, αρνούνται να συνεχίσουν. Όλα τους όμως δεν ξεχνούν να παίξουν. Αυτοσχέδια, ταπεινά παιχνίδια στη μέση της ασφάλτου. Λες και θέλουν να διαφυλάξουν την παιδικότητα τους σαν κόρη οφθαλμού... Όλα τους δεν ξεχνούν να γελάσουν. Αυτό δεν μπορεί να τους το στερήσει κανείς τώρα που γλίτωσαν πια από την δίνη του θανάτου.
Τι πιστεύεις; Θα τους σταματήσει ένα συρμάτινο τοίχος; Ή μήπως θα το γκρεμίσουν πανηγυρικά;
Τι πιστεύεις; Θα ενδιαφερθούν γι’ αυτούς τους ανθρώπους οι κρατούντες και οι σπουδαίοι της Ευρώπης; Ή μήπως θα επωφεληθούν από τα τόσα φτηνά, εργατικά χέρια που χρειάζονται οι βιομηχανίες τους;
Ποιος θα νοιαστεί; Αν όχι εγώ και εσύ τότε ποιός; Αν όχι εδώ, τότε που; Και αν όχι τώρα, τότε πότε; Γιατί αδερφέ «όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο είμαστε κιόλας νεκροί». 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου