Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ: ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΠΡΟΣΩΠΑ


 
Η σκλήρυνση κατά πλάκας αποτελεί μια αρκετά συχνή νευρολογική διαταραχή, την οποία συναντούν όχι μόνο οι νευρολόγοι, αλλά και πολλοί οφθαλμίατροι, παθολόγοι, γενικοί ιατροί, ορθοπεδικοί καθώς και γιατροί άλλων ειδικοτήτων κατά την πρώτη της εκδήλωση.
Η σκλήρυνση κατά πλάκας είναι γνωστή από πολύ παλιά, η πρώτη όμως ολοκληρωμένη περιγραφή της γίνεται για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1860 από την ομάδα του καθηγητού Charcot στο Νοσοκομείο Salpetriere στο Παρίσι. Έκτοτε για πάρα πολλά χρόνια αποτελούσε μια αινιγματική, αθεράπευτη και εκφυλιστική κατάσταση, που βαθμιαία θα οδηγούσε στην αναπηρία και τον θάνατο.
Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η σκλήρυνση κατά πλάκας (ή πολλαπλή σκλήρυνση, όπως επίσης αποκαλείται) άρχισε να αποκαλύπτει τα μυστικά της κάτω από την πρόοδο και τα επιτεύγματα των ερευνών της απεικονιστικής ιατρικής και της βιοϊατρικής. Άρχισαν να γίνονται κατανοητοί οι μηχανισμοί δημιουργίας και ανάδυσης της νόσου και να καθορίζονται κάποιες ανοσοτροποποιητικές θεραπείες.
Η σκλήρυνση κατά πλάκας αποτελεί την επεισοδιακή εμφάνιση νευρολογικών συμπτωμάτων σε νεαρούς ενήλικες, εφήβους και λιγότερο στη μέση ηλικία. Το υπόστρωμά της χαρακτηρίζεται από απώλεια της μυελίνης (του περιβλήματος του νευρικού κυττάρου) και γλοίωση στη λευκή ουσία του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού, που δημιουργούν χαρακτηριστικές πλάκες απομυελίνωσης.
Το υπόστρωμα της νόσου έχει οδηγήσει στην ένταξη της σκλήρυνσης κατά πλάκας στην ομάδα των αυτοάνοσων νοσημάτων, δηλαδή είναι μια κατάσταση όπου διαταράσσεται η αυτοανοσία του οργανισμού και κάτω από ειδικές συνθήκες ξεκινά μια διαδικασία αυτοκαταστροφής που οδηγεί στη δημιουργία των πλακών.
Σφραγίδα της νόσου αποτελεί το πρότυπο της νευρολογικής βλάβης που χαρακτηρίζεται από διασπορά στον χώρο -αφορά διαφορετικά σημεία του κεντρικού νευρικού συστήματος (δηλαδή του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού)- και στον χρόνο (περιοδική εμφάνιση υποτροπών της νόσου).

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΟΡΦΕΣ
Αυτή η πορεία της νόσου με εξάρσεις και υφέσεις αποτελεί και τη χρυσή σταθερά για την διάγνωση, συνδυαζόμενη με τον εργαστηριακό έλεγχο (μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου).
Ένα μέρος από τους ασθενείς με την υποτροπιάζουσα μορφή (RRMS) εμφανίζουν, έπειτα από κάποια χρόνια εμφάνισης υποτροπών, βαθμιαία επιδείνωση, οπότε και η νόσος χαρακτηρίζεται ως δευτερογενώς προϊούσα μορφή (SPMS).
Μια πολύ μικρή ομάδα περιπτώσεων εμφανίζει από την αρχή προοδευτική επιδείνωση χωρίς υποτροπές -σε τέτοιες περιπτώσεις, μιλάμε για την πρωτογενώς προϊούσα μορφή (PPMS).
Τέλος, σε ελάχιστες περιπτώσεις η νόσος έχει προοδευτική πορεία επιδείνωσης και κατά διαστήματα εμφανίζονται υποτροπές. Πρόκειται για την προϊούσα υποτροπιάζουσα μορφή της νόσου (PRMS).
Στην υποτροπιάζουσα μορφή, ο ασθενής μπορεί να καθορίζει με ακρίβεια πότε παρουσίασε τα συμπτώματά του για πρώτη φορά και πότε στη συνέχεια βελτιώθηκε ή εμφάνισε νέα συμπτώματα (υποτροπή). Αντίθετα, στην προϊούσα μορφή, ο ασθενής δεν μπορεί να καθορίσει την εμφάνιση συμπτωμάτων και τον ρυθμό με τον οποίο επιδεινώνεται η νόσος του.
Ο καθορισμός αυτός ή η απουσία του βοηθά στον προσδιορισμό του τύπου της νόσου. Το ποσοστό εμφάνισης των διαφορετικών τύπων της νόσου είναι σύμφωνα με μελέτες:

* Υποτροπιάζουσα Μορφή (RRMS). Αφορά το 55% των κρουσμάτων. 

* Πρωτογενώς Προϊούσα Μορφή (SPMS). Αφορά το 31% των κρουσμάτων.

* Πρωτογενώς Προϊούσα Μορφή (PPMS). Αφορά το 9% των κρουσμάτων.

* Πρωτογενώς Υποτροπιάζουσα Μορφή (PRMS). Αφορά το 5% των κρουσμάτων.

Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη σκλήρυνση κατά πλάκας είναι η ετερογένεια των βλαβών και η απρόβλεπτη εμφάνιση της νόσου. Δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί πότε η νόσος θα υποτροπιάσει και δεν είναι σαφές ποιοι παράγοντες θα οδηγήσουν στην υποτροπή. Από την άλλη πλευρά υπάρχει μεγάλη ετερογένεια στην εμφάνιση των βλαβών, οι οποίες χαρακτηρίζονται τόσο από φλεγμονώδη όσο και από εκφυλιστικά στοιχεία με κατάτμηση των νευροαξόνων.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ
Οι επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ορισμένα κύρια και σταθερά ευρήματα τα οποία σχετίζονται με τη νόσο.
1) Γεωγραφικό πλάτος. Η συχνότητα εμφάνισης αυξάνει όσο αυξάνεται η απόσταση από τον Ισημερινό τόσο προς το βόρειο όσο και προς το νότιο ημισφαίριο. Ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου χαρακτηρίζεται ως υψηλός όταν υπάρχουν 30-80 περιπτώσεις ανά 100.000 κάτοικους, μέτριος όταν υπάρχουν 5-25 περιπτώσεις ανά 100.000 και χαμηλός εάν τα περιστατικά είναι λιγότερα από 5 ανά 100.000. Στην Ελλάδα οι επιδημιολογικές μελέτες είναι λίγες με όχι πλήρη στοιχεία και τα ποσοστά ποικίλλουν, ξεκινώντας από τα 30 περιστατικά ανά 100.000 κατοίκους.
2) Φύλο. Η σκλήρυνση κατά πλάκας είναι συχνότερη στις γυναίκες (σχεδόν διπλάσιες γυναίκες νοσούν έναντι των ανδρών), με μια δραστηριότητα που εξαφανίζεται σχεδόν στη διάρκεια της κύησης και αυξάνει κατά τη λοχεία.
3) Μετανάστευση. Έχει διαπιστωθεί ότι η εμφάνιση της νόσου επηρεάζεται από τον τόπο διαμονής στην παιδική ηλικία (στις ηλικίες 10 έως 15 ετών). Αν κάποιος διαμένει σε περιοχή υψηλού κινδύνου για σκλήρυνση κατά πλάκας στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσει τη νόσο ακόμη και αν μεταναστεύσει στην συνέχεια σε περιοχή με χαμηλό κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
4) Λοιμώξεις. Έχει διαπιστωθεί μια συσχέτιση της εμφάνισης της νόσου με λοιμώξεις από ορισμένους ιούς, όπως ο ιός Epstein Barr που προκαλεί λοιμώδη μονοπυρήνωση.
5) Συνύπαρξη με άλλα νοσήματα. Μπορεί η νόσος να συνυπάρχει με άλλα νοσήματα όπως η ραγοειδίτιδα, η θυρεοειδοπάθεια και άλλα αυτοάνοσα νοσήματα.
6) Βιταμίνη D. Τελευταία μελέτη από το Πανεπιστήμιου του Harvard έχει δείξει ότι η διαμονή σε χώρες με χαμηλή ηλιοφάνεια, όπου τα επίπεδα της βιταμίνης D στον οργανισμό είναι χαμηλά, αυξάνει το κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
7) Κάπνισμα. Το κάπνισμα ενοχοποιείται για πολλά νοσήματα. Τελευταία, μελέτες δείχνουν ότι και η εμφάνιση της σκλήρυνσης κατά πλάκας επηρεάζεται από αυτό.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΔΙΩΝ
Η σκλήρυνση κατά πλάκας δεν αποτελεί κληρονομούμενη νόσο. Έχει όμως διαπιστωθεί ότι ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου αυξάνει με την αυξημένη γενετική συγγένεια σε μια συχνότητα 1/1.000 σε πληθυσμούς με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
Στο 10%-15% των περιπτώσεων σκλήρυνσης κατά πλάκας υπάρχει κάποιος συγγενής στο οικογενειακό περιβάλλον που επίσης έχει τη νόσο. Ωστόσο, αυτή η εμφάνιση της νόσου δεν ακολουθεί τους κανόνες του Mendel, ενδεικτικό του ότι η γενετική στη σκλήρυνση κατά πλάκας είναι πολυπαραγοντική. Ενδιαφέρον είναι ότι τα παιδιά που έχουν και τους δύο γονείς με σκλήρυνση κατά πλάκας εμφανίζουν και τα ίδια τη νόσο σε ποσοστό 5,8%, ενώ τα παιδιά που έχουν ένα γονέα με σκλήρυνση κατά πλάκας την εμφανίζουν σε ποσοστό 1,8%.
Ως προς την φυλή, φαίνεται ότι τα βόρεια φύλα που προέρχονται από τους Βίκινγκς έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν την νόσο σε αντίθεση με τους μαύρους της Αφρικής, τους Ινδιάνους της Αμερικής και τους Ασιάτες, οι οποίοι έχουν ανθεκτικότητα στη σκλήρυνση κατά πλάκας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Όπως προαναφέρθηκε, η αιτιολογία παραμένει άγνωστη. Υπάρχουν μόνο παράγοντες κινδύνου που ενισχύουν της εμφάνισή της.
Τα συνήθη σημεία και συμπτώματα είναι αδυναμία στο ένα ή περισσότερα άκρα (εμφανίζεται στο 40% των ασθενών), διαταραχή όρασης του ενός οφθαλμού ως οπτική νευρίτιδα (εμφανίζεται στο 22% των ασθενών), παραισθησίες (21% των ασθενών), διπλωπία (12% των ασθενών), ενώ λιγότερο συχνά (στο 5%) παρατηρείται ίλιγγος, καυσαλγία και αίσθημα ηλεκτρικής εκκένωσης στην σπονδυλική στήλη και τα πόδια, νευραλγία τριδύμου (στο πρόσωπο), παροξυσμικά συμπτώματα και δυσαρθρία.
Ασυνήθιστα σημεία που υποδηλώνουν έναρξη της σκλήρυνσης είναι το άλγος (πόνος), η σεξουαλική δυσλειτουργία, η γνωσιακή δυσλειτουργία και διάφορες κινητικές διαταραχές.

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Οι διαγνωστικές εξετάσεις για τη νόσο είναι η μαγνητική τομογραφία (ΜRI) εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού, η οσφυονωτιαία παρακέντηση (λαμβάνεται δείγμα του επονομαζόμενου εγκεφαλονωτιαίου υγρού από τη σπονδυλική στήλη για να ελεγχθεί στο εργαστήριο) και μία νευρολογική εξέταση που λέγεται προκλητά δυναμικά.
Η αντιμετώπιση της σκλήρυνσης κατά πλάκας, μιας νόσου αγνώστου αιτιολογίας, εξυπακούεται ότι δεν είναι ριζική αιτιολογική. Όμως υπάρχουν δύο σκέλη θεραπευτικής αντιμετώπισης:
1) Η αντιμετώπιση της οξείας υποτροπής με χορήγηση κορτιζόνης ενδοφλεβίως ή/και από το στόμα.
2) Η προληπτική αντιμετώπιση με ανοστροποποιητική θεραπεία. Στην περίπτωση αυτή τα φάρμακα αποσκοπούν στην αναχαίτιση των υποτροπών της νόσου και τη μείωση της διάρκειας και βαρύτητας της τυχόν υποτροπής. Στην κατηγορία αυτή, τα εγκεκριμένα σκευάσματα είναι διεθνώς η ιντερφερόνη β (IFNB 1a, INFN 1b), η γλατιραμέρη και η μιτοξανδρόνη.

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ 
Ποια είναι η θεραπεία της Πολλαπλής Σκλήρυνσης; 
Πέραν από την κορτιζόνη, που χρησιμοποιούμε στις υποτροπές για να βοηθήσουμε τα συμπτώματα να υποχωρήσουν, υπάρχουν και οι λεγόμενες ανοσοτροποποιητικές προφυλακτικές θεραπείες, οι οποίες χρησιμοποιούνται τα τελευταία 20 χρόνια περίπου. Έχουμε τις ιντερφερόνες β (1-α και 1-β) και την κοπαξόνη. Πρόκειται για ενέσιμες θεραπείες που χρησιμοποιούνται, είτε υποδόρια, είτε ενδομυϊκά. Υπάρχει ποσοστό επιτυχίας, με 30-35% μείωση της πιθανότητας εμφάνισης υποτροπών και περίπου γύρω στο 20-25% μείωση της πιθανότητας ανάπτυξης αναπηρίας από τις υποτροπές που πιθανόν να εμφανίζονται στην πορεία της νόσου. Έχουμε ένα πολύ καλό προφίλ ασφάλειας χρησιμοποιώντας αυτές τις ενέσιμες θεραπείες, αφού σε μακροχρόνια (20 χρόνια) θεραπεία δεν εκδηλώνονται στους ασθενείς σοβαρές παρενέργειες. Έτσι στην Ευρώπη, θεραπεία πρώτης επιλογής σήμερα εξακολουθεί να είναι η χρήση των ιντερφερονών και κοπαξόνης.

Υπάρχουν άλλες επιλογές όσον αφορά τη φαρμακευτική αντιμετώπιση της ασθένειας; 
Πέραν από τις ιντερφερόνες/κοπαξόνη που χρησιμοποιούμε από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, τα τελευταία περίπου πέντε χρόνια υπάρχει ακόμη ένα φάρμακο ως προφυλακτική θεραπεία, που είναι ενδοφλέβιο και πρέπει να χορηγείται στον ασθενή κάθε 28 μέρες. Πρόκειται για μονοκλωνικό αντίσωμα, το Ναταλιζουμάπ (στην Κύπρο είναι στη διάθεσή μας από το 2007). Είναι σαφώς πιο αποτελεσματικό από τις ιντερφερόνες (όπως πολύ πρόσφατα έχει καταδείξει συγκριτική μελέτη). Είναι, όμως, φάρμακο που χορηγείται ως δεύτερης επιλογής θεραπεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δηλαδή, χορηγείται σε ασθενείς που παρουσιάζουν αποτυχία στη θεραπεία (τουλάχιστον 12 μήνες) με ιντερφερόνη/κοπαξόνη. Μπορεί, όμως, να χορηγηθεί και ως θεραπεία πρώτης επιλογής, αν κάποιο περιστατικό έχει μια επιθετική ή ταχέως εξελισσόμενη μορφή πολλαπλής σκλήρυνσης με σοβαρές υποτροπές και σημαντική επιβάρυνση της αναπηρίας μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την έναρξη της νόσου.

Μπορούμε να μιλήσουμε για ποσοστά επιτυχίας; 
Το Ναταλιζουμάπ έχει ποσοστό επιτυχίας γύρω στο 70% όσον αφορά στη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης υποτροπών. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο τού πιο πάνω φαρμάκου είναι ότι μπορεί να μειώσει σημαντικά, κατά 40- 45% περίπου, την πιθανότητα ανάπτυξης αναπηρίας, λόγω των υποτροπών της νόσου. Τέλος, από τα πιο πρόσφατα στοιχεία που υπάρχουν στη βιβλιογραφία φαίνεται για πρώτη φορά, ότι παρατηρείται και βελτίωση της αναπηρίας. Το Ναταλιζουμάπ δεν φαίνεται να έχει σημαντικά σοβαρές παρενέργειες, πλην της πιθανότητας να αναζωπυρωθεί κάποιος ιός που έχουμε αρκετοί μέσα μας (περίπου το 40-60% των ανθρώπων έχουμε αυτόν τον ιό μέσα μας) και να προκληθεί μια σοβαρή εγκεφαλοπάθεια που λέγεται προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (ή PML όπως είναι γνωστή στους ασθενείς από τα αρχικά των λέξεων Progressive Multifocal Leucoencephalopathy). Σήμερα αρκετά ερευνητικά κέντρα προσπαθούν να εντοπίσουν ποιοι ασθενείς βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο να εκδηλώσουν αυτή την αναζωπύρωση του ιού προσδιορίζοντας τα αντισώματα του ιού στο αίμα των ασθενών.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι η πιθανότητα είναι πολύ μικρή, και συγκεκριμένα είναι μία στις δέκα χιλιάδες περιπτώσεις στα δύο χρόνια θεραπείας σε ασθενείς που δεν παρουσιάζουν αντισώματα έναντι του ιού στο αίμα τους. Αν κάποιος ασθενής έχει αντισώματα έναντι του ιού στο αίμα του, τότε η πιθανότητα αυτή αυξάνεται ελάχιστο, περίπου γύρω στις 3-4 στις δέκα χιλιάδες ασθενείς. Αν όμως ένας ασθενής έχει τον ιό μέσα στον οργανισμό του (έχει δηλαδή αντισώματα) και έχει λάβει προηγουμένως ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, τότε πιθανότητα αυξάνεται περίπου στις μία στους 800 ασθενείς στα δύο χρόνια θεραπείας. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να επιλέγουμε με τα σωστά κριτήρια σε ποιους ασθενείς θα χορηγήσουμε το φάρμακο Ναταλιζουμάπ και να τους ενημερώνουμε από τη μια για τα πολύ σημαντικά οφέλη αλλά και από την άλλη και απ' όλους τους πιθανούς κινδύνους.

Η ΦΙΓΚΟΛΙΜΟΔΗ 
Εξ όσων γνωρίζουμε υπάρχει και η Φιγκολιμόδη, φάρμακο το οποίο χορηγείται από το στόμα. Τι μπορείτε να μας πείτε γι’ αυτό; 
Πράγματι, τους τελευταίους μήνες κυκλοφορεί για πρώτη φορά στον κόσμο και στην Κύπρο το πρώτο φάρμακο που δίνεται από το στόμα και λέγεται Φιγκολιμόδη. Η Φιγκολιμόδη είναι διαθέσιμη στα ιδιωτικά φαρμακεία και αναμένεται να ενταχθεί στο κρατικό συνταγολόγιο στις αρχές του 2012. Η Φιγκολιμόδη είναι επίσης δεύτερης επιλογής φάρμακο στην Ε.Ε. και όπως και το Ναταλιζουμάπ θα χρησιμοποιείται σε ασθενείς που είναι υπό θεραπεία (τουλάχιστον 12 μήνες) με ιντερφερόνη/κοπαξόνη και η θεραπεία θεωρείται ανεπιτυχής. Μπορεί, όμως, να χορηγηθεί και ως θεραπεία πρώτης επιλογής αν κάποιος ασθενής έχει μια επιθετική ή ταχέως εξελισσόμενη μορφή πολλαπλής σκλήρυνσης. Μειώνει την πιθανότητα υποτροπών γύρω στο 50 - 55%.

Ποιες είναι οι θετικές παρενέργειες της λήψης του συγκεκριμένου φαρμάκου; 
Η Φιγκολιμόδη μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης υποτροπών γύρω στο 50-55%, σε σχέση με το εικονικό φάρμακο και μπορεί να μειώσει κατά 30% περίπου την πιθανότητα ανάπτυξης αναπηρίας λόγω των υποτροπών της νόσου. Έχει πρόσφατα δημοσιευτεί μελέτη έρευνας, που αναφέρει ότι η Φιγκολιμόδη είναι αποτελεσματικότερη της ιντερφερόνης β 1-α κατά 50%, όσον αφορά στη μείωση της πιθανότητας εκδήλωσης των υποτροπών, αλλά χωρίς καμία διαφορά με την ιντερφερόνη όσον αφορά στη μείωση της πιθανότητας ανάπτυξης αναπηρίας από τις υποτροπές της νόσου. Τόσο η διάρκεια της μελέτης (ένας χρόνος), αλλά και ίδια τα πρώτα αποτελέσματα, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να δώσουμε χρόνο στη χρήση της Φιγκολιμόδης, ώστε τα πιο πάνω αποτελέσματα να επιβεβαιωθούν ή όχι και στην κλινική πράξη. Δεν φαίνεται να υπάρχουν σοβαρές παρενέργειες από τη Φιγκολιμόδη (πλην της εκδήλωσης σοβαρών λοιμώξεων -κύρια από ερπητοϊούς, βραδυκαρδίας κατά τη χορήγηση της πρώτης δόσης του φαρμάκου και εκδήλωσης ως επί το πλείστον αναστρέψιμου οιδήματος της ωχράς κηλίδας του αμφιβληστροειδή).
Προϋπόθεση για τη χορήγηση της Φιγκολιμόδης αποτελεί το ότι θα ακολουθούνται τα αυστηρά πρωτόκολλα χορήγησης και παρακολούθησης της χορήγησης του φαρμάκου στους ασθενείς, σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως άλλωστε συμβαίνει και με το Ναταλιζουμάπ. Με τη χορήγηση των καινούργιων φαρμάκων αναμένεται να δούμε στην πορεία του χρόνου και άλλες διάφορες πιθανές μακροχρόνιες παρενέργειες τις οποίες σήμερα δεν μπορούμε να προβλέψουμε, όπως άλλωστε δεν μπορούσαμε πριν από 20 περίπου χρόνια να ξέραμε και να προβλέπαμε για τις ιντερφερόνες/κοπαξόνη- τα οποία όμως τελικά έχουν αποδειχθεί ασφαλή, χωρίς σοβαρές παρενέργειες και εξακολουθούν σήμερα να αποτελούν τη θεραπεία πρώτης επιλογής στην υποτροπιάζουσα Πολλαπλή Σκλήρυνση.

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΕΝΕΣΙΜΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ
Ποια είναι τα πλεονεκτήματα τής από του στόματος θεραπείας και ποια τα μειονεκτήματά της;
Η θεραπεία από το στόμα σε σύγκριση με τις ενέσιμες θεραπείες είναι αρκετά πιο απλή ως μορφή θεραπείας για τους ασθενείς. Είναι διαφορετικό να παίρνεις ένα χαπάκι από το στόμα και διαφορετικό να υποβάλλεσαι σε ενέσιμη θεραπεία. Φυσικά αυτή η ευκολία της χορήγησης της Φιγκολιμόδης δεν είναι κάτι που πρέπει να επηρεάζει τους γιατρούς στην απόφασή τους για τη θεραπεία των ασθενών. Σημαντικά στοιχεία στην επιλογή της θεραπείας των ασθενών αποτελούν η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, η ασφάλεια του φαρμάκου στο χρόνο και θα πρέπει να εφαρμόζονται τα κριτήρια ή οι οδηγίες που έχουν εκδοθεί από τον Ευρωπαϊκό οργανισμό φαρμάκων και ισχύουν και στην Κύπρο.

Ποια είναι τα πλεονεκτήματα των ενέσιμων θεραπειών και ποια είναι τα μειονεκτήματά τους;
Ως ενέσιμες θεραπείες είναι οι ιντερφερόνες και η κοπαξόνη που χρησιμοποιούνται 20 χρόνια περίπου και το μεγαλύτερο θετικό στοιχείο είναι ότι είναι ασφαλείς θεραπείες. Δεν έχουν καμία σοβαρή παρενέργεια σε μακροχρόνια θεραπεία μέχρι και 20 χρόνια. Το κυριότερο μειονέκτημα κατά τους ασθενείς είναι ότι είναι ενέσιμες θεραπείες και είναι μέθοδος που κουράζει κάποιους ασθενείς, τους ενοχλεί και ίσως τους πανικοβάλλει στην ιδέα της ένεσης που πρέπει να βάζουν. Είναι αξιοσημείωτο πάντως το γεγονός ότι ο τρόπος χορήγησης των ενέσεων βελτιώνεται συνεχώς, ώστε η οποιαδήποτε δυσκολία ή/και ταλαιπωρία των ασθενών κατά τη φάση της χορήγησης των ενέσεων να μειώνεται στο ελάχιστο δυνατόν. Όσον αφορά στο Ναταλιζουμάπ, με την ενδοφλέβια χορήγησή του στο νοσοκομείο/κλινική συνεπάγεται και πολύ καλή συμμόρφωση στη θεραπεία.
Επίσης για το Ναταλιζουμάπ είναι πολύ σημαντική η αναφορά στη δραματική μείωση της πιθανότητας εκδήλωσης υποτροπών, στη μείωση της πιθανότητας επιδείνωσης της αναπηρίας και τέλος στη βελτίωση των συμπτωμάτων ή και της αναπηρίας σε σημαντικό αριθμό των ασθενών. Τέλος θα πρέπει όπως αναφέρθηκε πιο πριν, να έχουμε υπόψη μας την πιθανότητα εκδήλωσης της προϊούσας εγκεφαλοπάθειας με το Ναταλιζουμάπ και να ενημερώνουμε τους ασθενείς ανάλογα.

Πώς λαμβάνεται η απόφαση για το ποια θεραπεία θα εφαρμοστεί σε κάθε ασθενή με κατά πλάκας σκλήρυνση;
Η απόφαση είναι εξατομικευμένη ανάλογα με τον ασθενή και τη μορφή της νόσου, την οποιαδήποτε άλλη θεραπεία στην οποία μπορεί ήδη να υποβάλλεται ο ασθενής και σίγουρα η επιλογή γίνεται πάντα σε συνεργασία και συναπόφαση με τον ασθενή μετά από την ενημέρωση των κινδύνων και ωφελειών από την αγωγή που θα του γίνει εισήγηση να λάβει. Πάντα, η επιλογή των φαρμάκων γίνεται με βάση το καλύτερο όφελος για τον ασθενή με τη μικρότερη πιθανότητα για μακροχρόνιες σοβαρές παρενέργειες.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου